Σκυρόδεμα /sciɾoˈðemə/ Adjective
- English
- concrete
- Italiano
- concreto / cemento
Example
- Χρειαζόμαστε [απτά] στοιχεία για να λύσουμε αυτή την υπόθεση.
- We need concrete evidence to solve this case.
- Το 'απτά' εδώ δίνει την αίσθηση του 'μπορώ να το αγγίξω/νιώσω'.