σκοτώνω /skoˈto̱no/ Verb

English
kill
Italiano
uccidere

Example

  • Ο παγετός [εξαφανίζει] (φονεύει / σκοτώνει) τις ντομάτες.
  • The frost killed the tomato plants.
  • Στην πραγματικότητα, ο παγετός 'καταστρέφει' (destroys), αλλά το 'σκοτώνω' είναι κοινό για φυτά.