Συγγνώμη /siˈɣno̞mi/ Adjective

English
sorry
Italiano
mi dispiace / scusa

Example

  • Λυπάμαι πολύ για τη ζημιά στο αυτοκίνητό σου.
  • I am very sorry about the damage to your car.
  • Εδώ το 'λυπάμαι' λειτουργεί ως ρήμα, όχι επίθετο.