Σπατάλη /spaˈta.li/ Ουσιαστικό

English
waste
Italiano
spreco

Example

  • Μισώ την περιττή σπατάλη (απώλεια / χάσιμο / κατασπατάληση) χρόνου.
  • I hate unnecessary waste.
  • Η 'σπατάλη' είναι η πιο ζεστή λέξη για την κακή διαχείριση.