ανακοπή /anaˈkopi/ Ουσιαστικό

English
halt
Italiano
arresto / interrompere

Example

  • Το τρένο έφτασε σε ξαφνικό [ακινησία/πάγωμα/ακινητοποίηση] — του: The train came to a sudden halt.
  • The train came to a sudden halt.
  • Το 'ακινησία' είναι πιο περιγραφικό για φυσική κίνηση.