Σταθερός / Σταθερά /ˈstɛdi/ Επίθετο

English
steady
Italiano
costante

Example

  • Έχουμε πέντε χρόνια [σταθερής] οικονομικής ανάπτυξης.
  • We've had five years of steady economic growth.
  • Εδώ τονίζουμε τη συνεχή και προβλέψιμη πορεία.