Στόλος /fliːt/ NounEnglishfleetItalianoflottaExampleΟ ναύαρχος επιθεώρησε τον [στόλος] πριν το ταξίδι. (Επιθεώρησε τον στόλο)The admiral inspected the fleet before the voyage.Το «επιθεώρησε» δίνει έμφαση στην ολοκλήρωση της πράξης.