στρατός /straˈtos/ Noun

English
army
Italiano
esercito

Example

  • Οι δύο αντίπαλοι στρατοί (λεγεώνα / τάγμα / στίχος) παρατάχθηκαν στο πεδίο της μάχης.
  • The two opposing armies faced each other across the battlefield.
  • Η λέξη «στρατός» είναι η πιο άμεση και ουδέτερη επιλογή.