χαζός /xaˈzos/ Adjective

English
stupid
Italiano
stupido

Example

  • Ήταν μια **χαζή** (ανόητη / βλάκικη) απόφαση να στείλεις αυτό το email.
  • It was a stupid mistake to send that email.
  • Το 'χαζός' είναι το πιο κοινό και λιγότερο σκληρό.