συλλαμβάνω /silaˈvaneo/ Noun

English
arrest
Italiano
fermare

Example

  • Η αστυνομία έκανε αρκετές [σύλληψη] χθες το βράδυ.
  • The police made several arrests last night.
  • Η 'σύλληψη' είναι ο καθιερωμένος όρος για την αστυνομική ενέργεια.