συναίσθημα /sinaɪˈsθima/ NounEnglishemotionItalianoemozioneExampleΠνίγηκε στα [συναίσθημα: αίσθημα / πάθος / συγκίνηση] όταν είδε την ανακοίνωση.She was overwhelmed with emotion.Εδώ το 'πνίγηκε' τονίζει την ένταση, την πλημμυρίδα.