Σχεδιασμός /sxeˈdizmos/ Noun

English
design
Italiano
progettare

Example

  • Το βασικό σχέδιο (διάταξη / δομή) του αυτοκινήτου είναι πολύ παρόμοιο με τα προηγούμενα μοντέλα.
  • The basic design of the car is very similar to earlier models.
  • Το 'σχέδιο' καλύπτει την έννοια της αρχικής πρόθεσης.