Σύγκρουση /siŋˈkro.si/ Noun
- English
- conflict
- Italiano
- conflitto
Example
- Η βία ήταν το αποτέλεσμα των πολιτικών [σύγκρουση / αντιπαράθεση / διαμάχη] — των πολιτικών αντιπαραθέσεων.
- The violence was the result of political conflicts.
- Εδώ η «σύγκρουση» είναι ο όρος-ομπρέλα.