συλλογικό /siloʝiˈko/ Επίθετο

English
collective
Italiano
collettivo

Example

  • Η ομάδα επέδειξε [συλλογική / ομαδική / κοινή] ηγεσία κατά τη διάρκεια της κρίσης.
  • The team showed collective leadership during the crisis.
  • Τονίζει την ενότητα της δράσης.