ΔΙΕΞΑΓΩ / ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ /ði.ɛksˈa.ɣo/ Ουσιαστικό

English
conduct
Italiano
comportamento / condurre

Example

  • Ο αθλητισμός έχει αυστηρό κώδικα **συμπεριφοράς**.
  • The sport has a strict code of conduct.
  • Το 'κώδικας' (code) είναι μαγνητική λέξη εδώ.