Συμπόνια /simˈponia/ Noun
- English
- compassion
- Italiano
- compassione
Example
- Το ίδρυμα ιδρύθηκε πάνω στην αρχή της **συμπονίας** (Ευσπλαχνία / Οίκτος / Λυπητερή) — Η ίδρυση του φιλανθρωπικού οργανισμού βασίστηκε στην αρχή της βαθιάς κατανόησης του πόνου.
- The charity was founded on the principle of compassion.
- Το «συμπόνια» εδώ είναι η θεμελιώδης αρχή λειτουργίας.