σύμπτωμα /simptoma/ Noun
- English
- symptom
- Italiano
- sintomo
Example
- Τα συνηθισμένα **σύμπτωμα** (ένδειξη / εκδήλωση / σημάδι) περιλαμβάνουν πυρετό και κόπωση.
- Common symptoms include fever and fatigue.
- Το 'σύμπτωμα' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.