Ψυχολογική Υποστήριξη /psi.xo.loˈʝi.ki i.pos.tiˈri.ksi/ Noun
- English
- counselling
- Italiano
- supporto psicologico
Example
- Το ζευγάρι αποφάσισε να ξεκινήσει [Συμβουλευτική] (Συμβουλευτική / Ψυχολογική Υποστήριξη / Καθοδήγηση) σχέσεων.
- The couple decided to go for relationship counselling.
- Η «Συμβουλευτική Σχέσεων» είναι ο καθιερωμένος όρος.