Συνέλευση /siˈneflefsi/ Noun

English
assembly
Italiano
assemblea

Example

  • Η κρατική [συνέλευση] (Βουλή / Νομοθετικό Σώμα / Σύνοδος) ψήφισε την αύξηση της χρηματοδότησης για τα δημόσια σχολεία.
  • The state assembly voted to increase funding for public schools.
  • Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο είναι η Βουλή.