Συναίνεση /sinaɪˈnesis/ Noun

English
consent
Italiano
assenso

Example

  • Η ποιητική ρήση του καλλιτέχνη (αποδοχή / έγκριση / άδεια) για τη δημοσίευση των φωτογραφιών.
  • She gave her consent for the publication of the photos.
  • Το «συγκατάθεση» είναι το πιο ζεστό και σύγχρονο.