συνήθεια /siˈni.θi.a/ Noun

English
habit
Italiano
abitudine

Example

  • Πρέπει να αλλάξεις τις διατροφικές σου [συνήθειες].
  • You need to change your eating habits.
  • Η λέξη 'συνήθεια' είναι η πιο άμεση μετάφραση.