συνδρομή /sɪndroˈmi/ Noun
- English
- subscription
- Italiano
- abbonamento
Example
- Η ετήσια μου **συνδρομή** (ανανέωση / πάγιο / δεσμευτική σχέση) στο γυμναστήριο λήγει τον επόμενο μήνα.
- My annual subscription to the gym expires next month.
- Το 'συνδρομή' καλύπτει το κόστος και τη δέσμευση.