Ταυτοποίηση /taf.to.piˈi.si/ Noun

English
identification
Italiano
identificazione

Example

  • Η ταυτοποίηση των θυμάτων της συντριβής ήταν μια μακρά και δύσκολη διαδικασία.
  • The identification of the crash victims was a long and difficult task.
  • Εδώ το 'ταυτοποίηση' είναι το πιο ακριβές, ειδικά σε επίσημο πλαίσιο.