τακτικά /tɐkˈtiˈka/ Adverb
- English
- regularly
- Italiano
- regolarmente
Example
- Συναντιόμαστε **τακτικά** για να συζητήσουμε την πρόοδο του έργου.
- We meet regularly to discuss the progress of the project.
- Το 'τακτικά' τονίζει τη μεθοδικότητα της συνάντησης.