Κλάση / Τάξη /ˈklasi/ Noun

English
class
Italiano
classe

Example

  • Ήμασταν στην ίδια τάξη (ομάδα / σύνολο) στο σχολείο.
  • We were in the same class at school.
  • Η 'τάξη' είναι η πιο φυσική επιλογή για σχολική ομάδα.