ταξίδι /taksiˈði] NounEnglishtravelItalianoviaggio / viaggiareExampleΤο αεροπορικό [ταξίδι] έγινε πολύ πιο γρήγορο.Air travel has become much faster.Εδώ εννοούμε την αεροπορική μετακίνηση.