τεχνολογικός /teχnoloˈʝikos/ Επίθετο
- English
- technological
- Italiano
- tecnologico
Example
- Η εταιρεία επενδύει σε **τεχνολογική** καινοτομία. (Η εταιρεία **χτίζει** την τεχνολογική της υποδομή.)
- The company is investing in technological innovation.
- Το 'τεχνολογική' εδώ τονίζει την κατεύθυνση της επένδυσης.