Τεκμηρίωση /tekmiˈriosi/ Noun
- English
- documentation
- Italiano
- documentazione
Example
- Ο υποψήφιος απέτυχε να υποβάλει την απαιτούμενη τεκμηρίωση. [Η τεκμηρίωση / Η υποστήριξη / Το αρχείο] — της αίτησης.
- The applicant failed to submit the required documentation.
- Εδώ η 'τεκμηρίωση' είναι η επίσημη συλλογή εγγράφων.