τελευταίος /ˈesxatos/ τελευταίος

English
last
Italiano
ultimo

Example

  • Προλάβαμε το [τελευταίο] λεωφορείο για το σπίτι.
  • We caught the last bus home.
  • Το 'τελευταίο' εδώ είναι ουδέτερο, κλίνεται με το 'λεωφορείο'.