Υπέρτατο /iˈper.ta.to/ Adjective

English
ultimate
Italiano
supremo / massimo

Example

  • Ο **τελικός** μας στόχος είναι να χτίσουμε ένα βιώσιμο μέλλον. (Ο **υπέρτατος** μας στόχος...)
  • Our ultimate goal is to build a sustainable future.
  • Το 'τελικός' είναι το πιο ασφαλές και συχνό. Το 'υπέρτατος' δίνει έμφαση στην ποιότητα.