Τεράστιος /teˈrasti.os/ Επίθετο
- English
- huge
- Italiano
- enorme
Example
- Η εταιρεία έβγαλε ένα **τεράστιο** κέρδος φέτος. [γιγάντιο / κολοσσιαίο / μυθικό] — της: The company made a huge profit this quarter.
- The company made a huge profit this quarter.
- Το 'τεράστιο' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή για οικονομικά μεγέθη.