θα /ða/ Verb

English
would
Italiano
condizionale presente (es. farei, vorrei)

Example

  • Θα ήθελες (Θα ήθελες / Θα ήθελες / Θα ήθελες) ένα σάντουιτς;
  • Would you like a sandwich?
  • Το 'Θα ήθελες' είναι η πιο άμεση και ευγενική μετάφραση για προσφορά.