Θεατής /θeατίς/ NounEnglishviewerItalianospettatoreExampleΤο πρόγραμμα προσέλκυσε εκατομμύρια **θεατές**.The programme attracted millions of viewers.Το 'θεατής' είναι ο βασικός όρος για τηλεοπτικό/online κοινό.