Ουσιαστικά /usiˈstika/ Επίρρημα
- English
- fundamentally
- Italiano
- essenzialmente
Example
- Οι δύο προσεγγίσεις διαφέρουν **θεμελιωδώς** (κατ' ουσίαν / ουσιαστικά / ριζικά).
- The two approaches are fundamentally different.
- Τονίζει τη διαφορά στην αρχή τους.