Θεσπίζω / Εφαρμόζω /θesˈpiːzo/ (για το θεσπίζω) Verb
- English
- enact
- Italiano
- attuare
Example
- Η Βουλή ψήφισε να **θεσπίσει** (θέσπιση / εφαρμογή / ισχύς) τον νέο νόμο για την περιβαλλοντική προστασία.
- The parliament voted to enact the new environmental protection bill.
- Το 'θεσπίζω' είναι ο επίσημος όρος για την ψήφιση νόμου.