θόρυβος /θoˈriːvos/ Noun

English
noise
Italiano
rumore

Example

  • Υπήρχε ένας τριγμός [βουητό / γουργουρητό / κρότος] που ερχόταν από τον κινητήρα.
  • There was a rattling noise coming from the engine.
  • Ο 'τριγμός' είναι πιο συγκεκριμένος, αλλά ο 'θόρυβος' καλύπτει την αίσθηση.