Ειλικρίνεια /iliɡiˈrinia/ Noun
- English
- honesty
- Italiano
- sincerità
Example
- Η [τιμιότητα] της απάντησής της με άφησε άφωνο. (Ειλικρίνεια / Ακεραιότητα / Ευθύτητα) — της έδειξε ότι δεν είχε τίποτα να κρύψει.
- She answered all my questions with her usual honesty.
- Εδώ η τιμιότητα αφορά την ποιότητα του χαρακτήρα.