χαρτομάντιλο /xartománˈdilo/ Noun

English
tissue
Italiano
fazzoletto

Example

  • Της έδωσε ένα χαρτομάντιλο όταν άρχισε να φτερνίζεται.
  • She handed him a tissue when he started to sneeze.
  • Το 'χαρτομάντιλο' είναι η πιο κοινή λέξη για το χαρτάκι.