ΠΕΡΑΣΜΑ /pɛrˈas.ma/ Noun

English
passing
Italiano
scorrere

Example

  • Το χρώμα του ξύλου σκουραίνει με [το πέρασμα] (παρέλευση / διέλευση) του χρόνου.
  • The colour of the wood darkens with the passing of time.
  • Εδώ το 'πέρασμα' είναι η πιο φυσική επιλογή για τον χρόνο.