Κλάδος /ˈklaðos/ NounEnglishsectorItalianosettoreExampleΟ χρηματοοικονομικός [τομέας] (κλάδος / τμήμα / πεδίο) περνάει ραγδαίες αλλαγές.The financial sector is undergoing rapid changes.Το 'τομέας' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.