Τουρνουά /turnuˈa/ Noun

English
tournament
Italiano
torneo

Example

  • Κέρδισε το περιφερειακό σκάκι [τουρνουά] (αγώνας / διοργάνωση / μονομαχία).
  • She won the regional chess tournament.
  • Το 'τουρνουά' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή για σκάκι/eSports.