τραγωδία /tɾa.ɣoˈði.a/ Noun
- English
- tragedy
- Italiano
- tragedia
Example
- Το ατύχημα ήταν μια τραγωδία που κόστισε τρεις ζωές. [Η τραγωδία / Η συμφορά / Η καταστροφή] — της απώλειας.
- The accident was a tragedy that claimed three lives.
- Εδώ τονίζεται το απρόσμενο και το βαρύ τίμημα.