τρομοκρατώ /tɾomokɾaˈto/ Ρήμα
- English
- terrify
- Italiano
- terrorizzare
Example
- Η δυνατή έκρηξη [τρομάζει] (τρομάζει/σοκάρει/πανικοβάλλει) τη γειτονιά.
- The loud explosion terrified the neighborhood.
- Το «τρομάζω» εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για ξαφνικό θόρυβο.