τρυφερός /tɾi.feˈɾos/ AdjectiveEnglishtenderItalianoteneroExampleΤης έδωσε μια [απαλή] αγκαλιά.He gave her a tender hug.Εδώ το 'απαλή' καλύπτει την έννοια της τρυφερότητας στην πράξη.