τυχερός /tiˈtʃeros/ Adjective

English
lucky
Italiano
fortunato

Example

  • Ξέρει πως είναι τυχερός (ο τυχερός / ο ευνοημένος / ο φουλ τυχερός) που ζει μετά το ατύχημα.
  • He knows he is lucky to be alive after the accident.
  • Η χρήση του 'ο τυχερούλης' είναι πιο ανεπίσημη και ζεστή.