Βάθος /ˈvaθos/ Noun

English
depth
Italiano
profondità

Example

  • Η πισίνα έχει μέγιστο **βάθος** τριών μέτρων. (Η **απόσταση** / **έκταση** / **πολυπλοκότητα**)
  • The pool has a maximum depth of three meters.
  • Στην καθημερινή γλώσσα, το 'βάθος' είναι η πιο άμεση επιλογή.