Βεβαίως /veˈvaɪos/ Adverb
- English
- surely
- Italiano
- certamente
Example
- Βεβαίως πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτό; (Πράγματι / Αναμφίβολα / Ασφαλώς)
- Surely we should do something about it?
- Εδώ το 'Βεβαίως' λειτουργεί ως έκκληση για δράση με υπονοούμενη συμφωνία.