ξαφνικός / ξαφνικά /ksfaˈfnikos/ AdjectiveEnglishsuddenItalianoimprovvisoExampleΜια ξαφνική ριπή ανέμου μού πήρε το καπέλο. (Αιφνίδια ριπή / Απρόσμενη ριπή)A sudden gust of wind blew my hat away.Το 'ξαφνικός' είναι το πιο κοινό και ουδέτερο.