Υγρό /iˈɣro/ Adjective

English
liquid
Italiano
liquido

Example

  • Το υγρό άζωτο χρησιμοποιείται για να παγώσουμε δείγματα.
  • Liquid nitrogen is used to freeze samples.
  • Το 'υγρός' εδώ είναι το πιο άμεσο και κοινό.