ΣΕΡΒΙΡΩ / ΕΞΥΠΗΡΕΤΩ /serˈviɾo/ Verb

English
serve
Italiano
servire

Example

  • Το πρωινό [υπηρετείται] από τις 7 έως τις 10 π.μ.
  • Breakfast is served between 7 and 10 a.m.
  • Εδώ χρησιμοποιείται παθητική φωνή, πολύ συχνά.